tongue in cheek

my scrapbook

Ask me anything

Archive

RSS

Theme
  1. έρημη ακτή

    Με ακμή πρώτη φορά στα τριάντα τρία, το βράδυ πλένω πια το πρόσωπο πιο σχολαστικά από ποτέ. Μόνο όταν πέφτω στο κρεβάτι συνειδητοποιώ πως οι άκρες από τα μανίκια μου είναι βρεγμένες, μες στη νύστα ή την παραζάλη από το ξενύχτι, σηκώνομαι πάλι, ψάχνω στα τυφλά κάτι άλλο να φορέσω

    Με βρεγμένα ελαφρώς μανίκια το βράδυ της Δευτέρας παίρνω στο κρεβάτι τα εσωτικά τοπία, το πρώτο βιβλίο του Α.Χ που αγόρασα ποτέ, το θέλω εν είδει μνημόσυνου και ας έχω διαβάσει όλο το απόγευμα τόσα στο δίκτυο. Θυμάμαι πού και πώς το απέκτησα (Πρωτοπορία, το βαριεστημένο καλοκαίρι της δευτέρας λυκείου, μετά το πρωινό φροντιστήριο για τις πανελλήνιες), ξέρω πως το αγόρασα γιατί με είχε μαγνητίσει ο τίτλος και το επίθετο του συγγραφέα. Δε θυμάμαι αν με ενθουσίασε και τι κατάλαβα, τώρα πάντως το 18.7.1994 και το όνομά μου στην πρώτη σελίδα μου φαίνονται να ανήκουν σε άλλον, κάποιον που τολμά να γράφει με στυλό σε βιβλία, του οποίου δεν αναγνωρίζω τον γραφικό χαρακτήρα (πιο στρογγυλός, πιο πλάγιος) ή την εποχή που έζησε. Το ποιος ήμουν τότε; είναι μια ερώτηση που επανέρχεται συχνότερα τελευταία.

    Τρεις άνθρωποί μου επικοινώνησαν χωριστά για να πουν κάτι για το θάνατό του, να μοιραστούν το νέο, λες και ήταν κάποιος φίλος και κάτι έπρεπε να ειπωθεί για να γίνει πιο ελαφρύ, να πούμε κάτι, βρε αδερφέ. Η Γκ. πως είχε μάθει μόνο ένα στίχο απέξω από κείνη τη φορά που τον είχε ακούσει να διαβάζει σε ένα βιβλιοπωλείο της Θεσ/νίκης, η Μ. πως λένε ότι οι ψυχές που πεθαίνουν τέτοιες μέρες έχουν καλύτερη τύχη, ο Κ. για τα δικά του.

    Η λέξη των ημερών έτυχε να’ναι το επίθετο ‘μονήρης’. Στην πραγματικότητα δεν είναι των ημερών, με απασχολεί καιρό, πώς φτάνεις, φτάνουμε εκεί, σε αυτή την κατάσταση, αν είναι πράγματι τύχη, θέμα χαρακτήρα ή κοινό πεπρωμένο για κάποιους από μας. Αν μπορείς να το αποφύγεις.

    Εκεί έρχεται το τοπίο του έρημου ανθρώπου, το οποίο δε θυμόμουν. Τώρα μου φαίνεται ότι προβλέπει κάτι αληθινό: εν δυνάμει μονήρης ή έρημη ακτή ακόμα κι όταν σε έχουν ακουμπήσει ρόδινα πέλματα, κι όταν ανάλαφρα κορμιά έχουν ξαπλώσει πάνω σου. Και μετά έρημος βυθός, ακίνητος να κοιτάζεις την καρένα της ζωής που από πάνω σου περνά και ταξιδεύει. Μόνιμός μου φόβος, με αυτή την παραβολή σιωπηρά υποφερτός.

  2. Show Notes
    Comments